Ημερα της Γυναικας











H Λιλή Λαμπρέλη συνομιλεί ραδιοφωνικά με την Σοφία Καλμανίδου την Κυριακή 7 Μαρτίου 2021,  Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, στις 12.00, στον Viva.gr 102.8 FM


Η γυναίκα με τα χέρια από φως



Εφτά παραμύθια για την ερωτική σχέση (για μεγάλους και μεγάλα παιδιά), ιδωμένα από τη μεριά της γυναίκας. Στον παγωμένο Βορρά, στην Κίνα, στην υποσαχάρια Αφρική, στην Αϊτή, στις όχθες του Γάγγη, στον ελληνόφωνο Καύκασο, οι παραμυθάδες του κόσμου αφηγούνται αυτές τις ιστορίες που μιλάνε για τη δύναμη του έρωτα. Όλες πηγάζουν από την προφορική παράδοση.

Για όσους αγάπησαν κι όσους θ’ αγαπήσουν, αναζητώντας το φως.




Οι παππούδες μου, Μικρασιάτες από το Αϊβαλί που πέρασαν απέναντι, στη Μυτιλήνη, πριν από την Καταστροφή. Οι γιαγιάδες μου, βέρες Μυτιληνιές. Τάφοι προγόνων και στις δυο μεριές – τόσο κοντινές που τα βράδια βλέπεις τα φωτάκια ν’ ανάβουν ένα ένα από την απέναντι ήπειρο.

Γεννήθηκα στον Πειραιά. Σπούδασα νομικά και κάμποση μουσική. Έκανα λίγη δικηγορία, υπήρξα για μερικά φεγγάρια δημόσιος υπάλληλος και για πολλά χρόνια (ως τον Ιούνιο του 2014) δούλεψα μεταφράστρια στο Λουξεμβούργο και τις Βρυξέλλες.

Το 1998, από καθαρή συγκυρία, συνάντησα τον παραμυθά Ανρί Γκουγκό και βούτηξα στα βαθιά των παραμυθιών – δεν έχω αναδυθεί ποτέ. Τα παραμύθια και η αφήγησή τους μου έκαναν πολλά δώρα – ανάμεσα σ’ αυτά, αναπάντεχες συναντήσεις με “δασκάλους” που δεν ήταν δάσκαλοι αλλά κάτι πολύ πιο πολύτιμο, με “μαθητές”  που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν μαθητές, με ομότεχνους σε μια τέχνη που δεν είναι τέχνη γιατί δεν χρειάζεται ούτε θεωρητική γνώση ούτε τεχνική, με εντός και εκτός εγγραμματοσύνης στοχαστές.

Έχουν εκδοθεί δεκαοκτώ δικά μου βιβλία (τρία από αυτά και σε μορφή audio), κι ένα cidi με παραμύθια.

 

Γιατί λέω παραμύθια

Γιατί άραγε οι παραμυθάδες νιώθουμε την ανάγκη να λέμε παραμύθια – αυτόν τον φαινομενικά ανώδυνο λόγο που όμως έχει τη δύναμη να (μας) μεγαλώνει;

Σίγουρα όχι για να εκφραστούμε καλλιτεχνικά – αν αυτός είναι ο στόχος μας, θα πρέπει να καταπιαστούμε με κάτι άλλο. Ούτε λέμε παραμύθια για να «κλέψουμε» μια εφήμερη θέση στο κέντρο του λόγου, έχοντας πιάσει ομήρους τους γύρω μας για όση ώρα διαρκεί η αφήγηση – αυτό μπορούμε να το επιχειρήσουμε με χίλιους άλλους (συνήθως πιο εύκολους) τρόπους. Τότε, γιατί;

Οι απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα είναι άπειρες – όσοι κι οι παραμυθάδες. Σας δίνω την ωραιότερη (για μένα), που έρχεται από τον Γάλλο παραμυθά Μισέλ Ίντενοκ κι έχει να κάνει με μια παλιά παράδοση των κυνηγών από τα μέρη του, τον Μέλανα Δρυμό:

Στα παλιά χρόνια, οι κυνηγοί στο μαύρο δάσος, όταν σημάδευαν ένα ζώο, προσπαθούσαν να το κάνουν χωρίς να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με το θήραμά τους, γιατί έλεγαν πως αν αντίκριζαν το βλέμμα του λίγο πριν το σκοτώσουν, τότε το πνεύμα του που ήταν γεμάτο θάνατο τους μαύριζε το αίμα. Αν γινόταν αυτό, ο κυνηγός γυρνούσε μόνος στο χωριό, απομονωνόταν για μέρες, δεν έτρωγε, δεν έπινε και δεν μιλούσε σε κανέναν ώσπου να νιώσει μέσα του πως ήλθε η ώρα ν’ αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Λέγοντας στους άλλους τι ακριβώς έγινε σ’ εκείνο το κυνήγι κι αντίκρισε το βλέμμα του ζώου που σκότωσε, καθάριζε το αίμα του.

Λέω παραμύθια για να καθαρίσω το μαύρο μου αίμα.

Όλοι οι παραμυθάδες το ξέρουμε καλά πως τα παραμύθια –και πάνω απ’ όλα τα μαγικά παραμύθια– μας καθαρίζουνε το αίμα, που πάει να πει πως είναι απελευθερωτικά. Όσο κι αν κάποιες φορές, με μια πρώτη ματιά, μοιάζουν παθητικοί οι ήρωές τους, πάντα έρχεται η στιγμή ν’ αντικρίσουν το βλέμμα του αγριμιού που είναι λουσμένο θάνατο, πάντα μαυρίζει το αίμα τους και πάντα στο τέλος, αποδεχόμενοι τη θνητότητα, μετακινούνται προς τη ζωή και το αίμα τους καθαρίζει.

Όσο για μένα, βρήκα τη δικιά μου απάντηση στο «γιατί λέω παραμύθια» πριν από κάμποσα χρόνια, μια μέρα που έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για δεινόσαυρους. Επιστήμονες συζητούσαν για ένα απολίθωμα αυτού του παράξενου ζώου που είχε ίχνη φτερών και δεν ήξεραν αν ήταν ένα είδος που είχε πετάξει στο παρελθόν και βρισκόταν σε ένα στάδιο εξέλιξης όπου χάνονταν τα φτερά του ή το αντίθετο, αν επρόκειτο να πετάξει στο μέλλον. Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, ψαχούλεψα την πλάτη μου, εκεί ανάμεσα στους ώμους, κι ένιωσα πως είχα τέτοια χνάρια. Έξαφνα, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ότι αυτό είναι ο παραμυθάς: ένα πλάσμα που ξέρει πως έχει χνάρια από φτερά. Άραγε να πετούσε κάποτε και με τις αφηγήσεις του θέλει να ιστορήσει μνήμες τ’ ουρανού ή ετοιμάζεται να πετάξει και μιλάει ακατάπαυστα γι’ αυτό, για να πάρει κουράγιο, επειδή δεν το αποφάσισε ακόμα;

 



 

Σχόλια